Από τον Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της Νέας Δημοκρατίας εκδόθηκε η ακόλουθη ενημερωτική ανακοίνωση για το «Νέο Σχολείο»

Για άλλη μια φορά, η Πολιτική Ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας αιφνιδίασε και αναστάτωσε εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές, ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα, παρουσιάζοντας χθες τις προτάσεις της για το Νέο Λύκειο. Προτάσεις που κατέθεσε σήμερα στο Εθνικό Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μαζί με τα Προγράμματα Σπουδών της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, όπως διαμορφώθηκαν από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για διαβούλευση… Μια διαβούλευση που στηρίζεται σε προειλημμένες αποφάσεις και στερείται γνησιότητας και ειλικρινών προθέσεων.

Η αναγκαιότητα προσαρμογής, αναβάθμισης κι εκσυγχρονισμού του σχολείου ανάλογα με τα νέα δεδομένα, με τις νέες προκλήσεις και εξελίξεις είναι αίτημα των καιρών, όπως και η αναγκαιότητα να αποτελέσει το Λύκειο αυτόνομη εκπαιδευτική μονάδα, που θα παρέχει ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Σπουδών. Μια μονάδα που δε θα χρησιμοποιείται ως ο προθάλαμος για την εισαγωγή των μαθητών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αλλά θα παρέχει ένα σύνολο βασικών γνώσεων, θα προσφέρει δεξιότητες και δυνατότητες για το μέλλον τους.

Η πρόταση για το Νέο Λύκειο της κ. Διαμαντοπούλου δεν εξυπηρετεί κανέναν από τους παραπάνω σκοπούς, γιατί:

– Η στόχευση από την Α΄ Λυκείου θα είναι «να προετοιμάζεται ο νέος για την επόμενη βαθμίδα», κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραπαιδείας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους γονείς εν καιρώ οικονομικής κρίσης κι εξαθλίωσης.
– Όσοι δεν πετύχουν την εισαγωγή τους σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ , έχοντας ένα απολυτήριο Λυκείου δίχως αντίκρισμα, θα υποχρεωθούν, εφόσον η πολιτεία δεν τους δώσει εναλλακτική λύση να φοιτήσουν ιδίοις εξόδοις σε σχολές του εξωτερικού ή στην Ελλάδα.
– Οι μαθητές που θα φοιτήσουν τον ερχόμενο Σεπτέμβριο στην Α΄ Τάξη του Λυκείου, θα υποχρεωθούν με αντιπαιδαγωγικό τρόπο να ενταχθούν σ’ ένα μαθησιακό περιβάλλον μη γνώριμο, χωρίς να τους δοθεί καμιά δυνατότητα προσαρμογής.
– Οι εκπαιδευτικοί που θα υπηρετήσουν το νέο σύστημα δε θα έχουν τη δυνατότητα να επιμορφωθούν σ’ αυτό, κάτι που προφανώς κρίνει η πολιτική ηγεσία ως περιττό, αφού με περίσσεια υποκρισία τους «αναγνωρίζεται» πλέον η «υψηλή» επιστημονική εξειδίκευση, όταν έως σήμερα βίωναν την απαξίωση και χρεώνονταν την αποκλειστική ευθύνη των κακών επιδόσεων των μαθητών τους στις πανελλαδικές.
– Η αναλογία μαθητή/καθηγητή κατά τους ισχυρισμούς της κ. Διαμαντοπούλου είναι 1/8. Της διαφεύγει ότι οι εκπαιδευτικοί διαμαρτύρονται για τα τμήματα τριάντα μαθητών και τις αντίξοες συνθήκες κάτω από τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να διδάσκουν.
– Τα προβλήματα της κτιριακής και υλικοτεχνικής υποδομής θα συνεχίσουν να υφίστανται, αφού σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Υπουργού είναι σε πολύ « ικανοποιητικό επίπεδο».

Το δεύτερο ζήτημα, το Νέο Σχολείο της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας, που δε συζητήθηκε τελικά στο ΣΠΔΕ, είναι μια ακόμη μεταρρύθμιση που σε ελάχιστο χρόνο η Υπουργός έχει επιβάλλει στην ελληνική εκπαίδευση. Το Ολοήμερο Σχολείο – Δημοτικό και Νηπιαγωγείο – αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό θεσμό, αφού καλείται να καλύψει όχι μόνο παιδαγωγικούς αλλά και κοινωνικούς σκοπούς, επιλύοντας το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι γονείς.
Τα 800 Ολοήμερα Σχολεία που ένα χρόνο πριν βαπτίστηκαν ως νέα μεταρρύθμιση κι είχαν ως μόνο στόχο την απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, εξασφάλισαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν στην πρωτοβάθμια ειδικότητες από τη δευτεροβάθμια χωρίς ουσιαστική επιμόρφωση και να προσληφθούν αναπληρωτές μέσω ΕΣΠΑ, που εργάζονται κάτω από άθλιες οικονομικές συνθήκες αφού παραμένουν για μήνες απλήρωτοι.

Σήμερα έχουμε και πάλι… νέα αναλυτικά προγράμματα με επίσης διαφορετικό ωρολόγιο πρόγραμμα. Το Νέο Σχολείο δε θα λειτουργεί ως Ολοήμερο μέχρι τις 4.00 ώστε να εξυπηρετεί τους εργαζόμενους γονείς, αλλά έως τις 3.00 για τους μικρούς μαθητές (Α΄,Β΄,Γ΄,Δ΄) και έως τις 3.30 για την Ε΄ και την Στ΄… Το αξιοπερίεργο είναι πως μετά τη λήξη του μαθήματος, το σχολείο θα προσφέρεται στους τοπικούς φορείς για χρήση, κάτι που γεννά εύλογα το ερώτημα αν οδηγούμαστε στην ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, καθώς και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη της προστασίας των σχολικών κτιρίων από φθορές.

Το τεράστιο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί με τις συγχωνεύσεις καταργήσεις χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της τοπικής κοινωνίας, καθώς και οι μεταρρυθμίσεις που αποφασίστηκαν ουσιαστικά χωρίς διαδικασία διαλόγου αποδεικνύουν την προχειρότητα, την έλλειψη σχεδιασμού και δημοκρατικών διαδικασιών αλλά και το έλλειμμα ευαισθησίας που χαρακτηρίζει τη σημερινή πολιτική ηγεσία στους μαθητές και γενικότερα στην ελληνική οικογένεια, καθώς και στους εκπαιδευτικούς.. Το κυρίαρχο ζήτημα που την απασχολεί είναι η εξοικονόμηση πόρων και η συρρίκνωση του εκπαιδευτικού προσωπικού και προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.

Advertisements

Ουσιαστικός διάλογος: Έννοια άγνωστη για την κυβέρνηση Προσπάθεια απαξίωσης του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

Η  Υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων κ. Διαμαντοπούλου, κατά την προσφιλή τακτική της επιδίωξε να αιφνιδιάσει την κοινωνία και την εκπαιδευτική κοινότητα ανακοινώνοντας μια σειρά μέτρων που αφορούν το Νέο Λύκειο, το Προγράμματα Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την αναδιάρθρωση των Περιφερειακών Δομών της Διοίκησης της Εκπαίδευσης χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος.

Εφαρμόζοντας καθαρά επικοινωνιακή και παρελκυστική πολιτική, ζήτησε από το Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στο οποίο μετέχουν και εκπρόσωποι των ΔΟΕ, ΟΛΜΕ και ΟΙΕΛΕ, να «νομιμοποιήσει» τις προτάσεις της, απαξιώνοντάς το, και ζητώντας ταυτόχρονα από τις ίδιες εκπαιδευτικές ομοσπονδίες να καταθέσουν τις προτάσεις τους εντός σύντομου χρονικού διαστήματος.

Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου ζήτησε τη στήριξη των προτάσεών της χωρίς να προηγηθεί εποικοδομητικός διάλογος, επιχειρώντας να «αποσπάσει» τη σύμφωνη του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και των φορέων που μετέχουν και να προκαταλάβει τη διαφορετική προσέγγιση που ενδεχομένως θα έχουν οι εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών κατά τη συνεδρίαση των Ομοσπονδιών τους.

Το μέλος της Δ.Α.Κ.Ε./Π.Ε. και εκπρόσωπος της ΔΟΕ στο Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης κ. Ρηνάκη Καίτη (της οποίας ακολουθεί επιστολή) απαίτησε ορθά την αναβολή του Συμβουλίου και αποχώρησε μαζί με άλλα μέλη του Συμβουλίου από τη συγκεκριμένη συνεδρίαση.

Συναδέλφισσες και συνάδελφοι,

Η Δ.Α.Κ.Ε./Π.Ε. καταγγέλλει τις μεθοδεύσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας.

Στην αντιεκπαιδευτική και αυταρχική κυβερνητική πολιτική και στα «πολιτικάντικα τερτίπια», απαντάμε με επαγρύπνηση και αγώνες προασπίζοντας τα συμφέροντα των εκπαιδευτικών, καταθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις για την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης.

Προς Τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. της ΔΟΕ

Αγαπητοί Συνάδελφοι

Στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όπου συμμετείχα ως εκπρόσωπος της ΔΟΕ, απαίτησα αναβολή του Συμβουλίου και αποχώρησα για τους εξής λόγους:

Η Υπουργός κ. Διαμαντοπούλου παρουσίασε την πρόταση για το Νέο Λύκειο πριν αυτή κατατεθεί προς συζήτηση στο ΣΠΔΕ.

Ενώ θέμα Η.Δ. ήταν τα Προγράμματα Σπουδών, η Υπουργός όχι μόνο πήρε αποφάσεις για το Νέο Λύκειο, όχι μόνο τις δημοσιοποίησε αλλά ανακοίνωσε δημόσια ότι θα τις κατέθετε για συζήτηση και προφανώς «έγκριση» στη συνεδρίαση του ΣΠΔΕ.

Το Κείμενο Εργασίας για τα Προγράμματα Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας προτάθηκε ως εισήγηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Η Ένωση όμως του Κύριου Προσωπικού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου με ανακοίνωσή του βεβαιώνει ότι «τα όργανα του ουδέποτε μέχρι τώρα συνεδρίασαν με θέμα την Οργάνωση του Σχολικού χρόνου (Σχολικό και Μαθητικό Ωράριο, Ωρολόγια και Αναλυτικά Προγράμματα, Μαθησιακός Χρόνος)». Ενημερώνονται «για όλους τους εκπαιδευτικούς σχεδιασμούς εκ των υστέρων από τα Μ.Μ.Ε».

Η Υπουργός σε συνέντευξή της αναφέρθηκε στις απεργιακές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών τονίζοντας ότι η μεγάλη πλειοψηφία τους δε συμμετέχει επειδή αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα των μέτρων. Δήλωσε επίσης, ότι αυτοί – οι μη απεργοί εκπαιδευτικοί – είναι και οι συνεργάτες της

Αγαπητοί Συνάδελφοι

Ανήκω σε κείνους που πιστεύουν πως τα θέματα Παιδείας έχουν εθνική σημασία κι απαιτείται δημόσιος διάλογος για τη διαμόρφωση θέσεων και απόψεων, που θα βοηθήσουν την κάθε Κυβέρνηση να νομοθετεί σωστά και προς όφελος της Εκπαίδευσης. Γι’ αυτό και συμμετέχω ανελλιπώς καταθέτοντας τις θέσεις του Κλάδου μας. Δεν μπορούσα όμως να επιτρέψω διαδικασίες που ντροπιάζουν και καταλύουν θεσμούς.

Δε νοείται πολιτική ηγεσία που σέβεται τους θεσμούς, εν μέσω διαδικασιών εθνικού διαλόγου στου οποίου τις συνεδριάσεις έχει ανοίξει το θέμα του «Νέου Σχολείου», να ανακοινώνει μεταρρυθμιστικό σχέδιο για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, χωρίς να το έχει δώσει προς συζήτηση στο ΣΠΔΕ ζητώντας την άποψή του και τις παρατηρήσεις του..

Δε νοείται να έρχονται εισηγήσεις στο ΣΠΔΕ ως αποτέλεσμα ουσιαστικής δουλειάς του Π.Ι. του οποίου τα όργανα (Συντονιστικό Συμβούλιο, Τμήμα Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Τμήμα Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Ολομέλεια) δεν έχουν συνεδριάσει ποτέ.

Δε νοείται Υπουργός Παιδείας να απαξιώνει το Συνδικαλιστικό Κίνημα και τους Αγώνες του, να αναφέρεται στους απεργούς συναδέλφους με έλλειμμα σεβασμού  ξεχνώντας, πως όλοι οι συνδικαλιστικοί φορείς της εκπαίδευσης συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του Σ.Π.Δ.Ε. συμβάλλοντας με τις τοποθετήσεις τους στη διαμόρφωση όσο το δυνατόν καλύτερων θέσεων.

Είμαι υπέρμαχος του διαλόγου, της ειλικρινούς συνεργασίας και κάθε δημοκρατικής διαδικασίας, όταν σκοπός είναι το όφελος της εκπαίδευσης. Θα συνεχίσω λοιπόν να συμμετέχω στο Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης εάν κι εφόσον οι όροι και οι κανόνες λειτουργίας του τιμούν το θεσμό, θεωρώντας δεδομένο ότι η Υπουργός κ. Διαμαντοπούλου θα φροντίσει να επανορθώσει τη λάθος εκτίμησή της για το Συνδικαλιστικό Κίνημα, τους Δίκαιους Αγώνες του και την καθολική αντίδραση των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας στις αποφάσεις που αιφνιδιαστικά και χωρίς διαδικασίες διαλόγου πήρε και αφορούν: το Νέο Σχολείο, τις συγχωνεύσεις, καταργήσεις και υποβιβασμούς σχολείων, την κατάργηση της Μετεκπαίδευσης,, την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας, το νέο μισθολόγιο. την υποχρηματοδότηση σχολικών επιτροπών, τους απλήρωτους αναπληρωτές μέσω ΕΣΠΑ κλπ.

Με εκτίμηση

Καίτη Ρηνάκη (Εκπρόσωπος της ΔΟΕ στο ΣΠΔΕ)

Με ενότητα και αγώνα απαντάμε στην αλαζονική και παρελκυστική κυβερνητική συμπεριφορά. Η κ. Διαμαντοπούλου συνεχίζει να προκαλεί το συνδικαλιστικό κίνημα και τους εκπαιδευτικούς.

Οι εκπαιδευτικοί και το συνδικαλιστικό κίνημα έγιναν πάλι μάρτυρες της αλαζονικής και παρελκυστικής συμπεριφοράς της Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων κ. Διαμαντοπούλου.

Η κ. Υπουργός σε συνέντευξή της αναφέρθηκε στις απεργιακές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών επισημαίνοντας ότι «η μεγάλη πλειοψηφία τους δε συμμετέχει, επειδή αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα των μέτρων». Τόνισε, επίσης, ότι «αυτοί είναι και οι συνεργάτες της…». Δηλαδή οι μη απεργοί εκπαιδευτικοί!!!

Η παραπάνω δήλωση έρχεται σε συνέχεια της επιστολής – πρόκλησης που απέστειλε η Υπουργός στις 21/3/2011 προς τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες με την οποία ζητούσε να προτείνουν τον τρόπο κάλυψης των χαμένων διδακτικών ωρών που προέκυψαν λόγω των κινητοποιήσεων των εκπαιδευτικών που αντιστέκονται με τους αγώνες τους στην αντιλαϊκή και αντιεκπαιδευτική πολιτική της Κυβέρνησης.

Είναι ολοφάνερη η παρελκυστική και διασπαστική προσπάθεια των κυβερνώντων και η αγωνία τους να απαξιώσουν τους αγώνες του Κλάδου μας και να αμαυρώσουν το Συνδικαλιστικό Κίνημα.

Επιδιώκουν να χωρίσουν τον εκπαιδευτικό κόσμο και να τον φέρουν σε σύγκρουση με την κοινωνία προκειμένου αυτοί ανενόχλητοι να συνεχίσουν την ανερμάτιστη και ισοπεδωτική πολιτική τους.

Δυστυχώς γι’ αυτούς και ευτυχώς για την εκπαίδευση το σχέδιο τους θα αποτύχει. Ο θυμόσοφος λαός μας λέει: «έχουν γνώση οι φύλακες» και είναι βέβαιο ότι εμείς, οι υπερήφανοι Έλληνες εκπαιδευτικοί αλλά και η κοινωνία μας τους έχει πια καταλάβει!

Δεν πείθουν πλέον κανέναν!

Τα επικοινωνιακά τους «τρικ», οι διχαστικές κορόνες και ο λαϊκισμός τους θα πέσουν στο κενό.

Με ενότητα και αγώνα απαντάμε στην αλαζονική συμπεριφορά τους και προασπίζουμε τα συμφέροντα της εκπαίδευσης, των εκπαιδευτικών και του ελληνικού λαού.